Γιατί τα Αγγλικά πανεπιστήμια είναι καλύτερα από τα Ελληνικά

Κριτική επεξεργασία αντί για συσσώρευση γνώσεων
Άρθρο του κ. Δημήτρη Tζιόβα καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

Ο διάλογος για την Παιδεία ξαναρχίζει διαρκώς τα τελευταία χρόνια, αλλά το βασικό πρόβλημα σε όλες τις βαθμίδες της, και ιδιαίτερα της πανεπιστημιακής, είναι ζήτημα αλλαγής προσανατολισμού. Από γνωσιοκεντρικός να γίνει κριτικοκεντρικός σε όλα τα επίπεδα, από τα θέματα και τον τρόπο των εξετάσεων ως τη νοοτροπία των εκπαιδευτικών, ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες. Θεωρητικά αυτό μπορεί να υποστηρίζεται, πρακτικά όμως σπάνια εφαρμόζεται. Σε αυτό το συμπέρασμα έχω καταλήξει διδάσκοντας πολλά χρόνια σε αγγλικό πανεπιστήμιο και συγκρίνοντας με τι εφόδια αποφοιτούν άγγλοι και έλληνες φοιτητές, καθώς και τις δυσκολίες των τελευταίων όταν έρχονται για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία.

Τη γνωσιοκεντρική φύση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος την αποδεικνύει πρώτα ο αριθμός μαθημάτων. Ενώ στην Αγγλία οι φοιτητές συνήθως παρακολουθούν έξι μαθήματα ανά εξάμηνο/έτος, στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι πολύ μεγαλύτερος. Και αυτή η διαφορά οφείλεται στο ότι η έμφαση δίνεται στην ερευνητική αυτενέργεια και όχι στην από καθέδρας διδασκαλία. Το διαφορετικό μοντέλο εκπαίδευσης εξηγεί και γιατί τα αγγλικά πτυχία όχι μόνο δεν υστερούν αλλά είναι και περιζήτητα, παρά το γεγονός ότι τα προπτυχιακά έτη σπουδών είναι τρία και το μεταπτυχιακό ένα. Την κριτικοκεντρική φύση του αγγλικού συστήματος αποδεικνύει επίσης το γεγονός ότι οι φοιτητές εκπονούν πολλές εργασίες στη διάρκεια των σπουδών τους για τις οποίες λαμβάνουν γραπτά σχόλια και καθοδήγηση για τη βελτίωσή τους, ενώ οι Ελληνες ζήτημα είναι να γράψουν μία εργασία και αυτή συνήθως χωρίς καμία καθοδήγηση ή ανατροφοδότηση. Στον τομέα της γνώσης μπορεί οι έλληνες φοιτητές να τα πάνε καλά, αλλά στην κριτική της επεξεργασία και τη σύνθεση επιχειρήματος υστερούν σημαντικά.

Πολλοί επισημαίνουν ότι ένας από τους λόγους που οι έλληνες φοιτητές δεν εκπονούν εργασίες ή δεν λαμβάνουν προσωπική βοήθεια είναι ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός φοιτητών που εισέρχονται στα πανεπιστήμια. Αν στη Βρετανία το ποσοστό εισαγωγής στα πανεπιστήμια κυμαίνεται γύρω στο 40%, στην Ελλάδα είναι γύρω στο 70%. Μπορεί όμως η χώρα να προσφέρει ποιοτική Παιδεία σε ένα τόσο μεγάλο ποσοστό εισακτέων; Αυτό είναι ένα ζήτημα που για χρόνια δεν τίθεται προς συζήτηση.

Το κριτικοκεντρικό σύστημα Παιδείας βασίζεται στη μικρή αναλογία διδασκόντων και διδασκομένων, στην ατομική συνεργασία και καθοδήγηση και όχι στα μαζικά ακροατήρια, στις βιβλιοθήκες και όχι στο μοναδικό σύγγραμμα. Οι μέθοδοι εξέτασης δεν περιορίζονται σε μια εξέταση στο τέλος αλλά σε εργασίες και προφορικές παρουσιάσεις στην πορεία του μαθήματος. Στόχος του κριτικοκεντρικού συστήματος δεν είναι η συσσώρευση γνώσεων αλλά η δυνατότητα κριτικής επεξεργασίας των διαφόρων επιστημονικών απόψεων και η διατύπωση ερευνητικών ερωτημάτων και υποθέσεων. Πώς διαχειρίζεσαι και ελέγχεις τη γνώση, όχι απλώς πώς την αναπαράγεις. Και αυτό είναι το σημαντικότερο εφόδιο όχι μόνο για τη ζωή αλλά και για να αυξήσεις τη δυνατότητα απασχόλησης σε διάφορους τομείς. Δυστυχώς πολλοί απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων υστερούν σε αυτόν τον τομέα, χωρίς οι ίδιοι να ευθύνονται.

Μια άλλη παράμετρος του κριτικοκεντρικού συστήματος είναι ότι οι απόφοιτοι βρίσκουν ευκολότερα εργασία, γιατί η εργασία δεν συνδέεται πια με την τυποποιημένη γνώση αλλά τις κριτικές δεξιότητες. Ετσι στην Αγγλία βλέπουμε αποφοίτους ανθρωπιστικών σπουδών (π.χ., Ιστορία) να βρίσκουν εργασία σε διάφορους τομείς και όχι αποκλειστικά στην εκπαίδευση όπως στην Ελλάδα. Το πτυχίο και ο βαθμός του δεν αντιπροσωπεύουν απλώς το επίπεδο γνώσης όσο το επίπεδο κριτικής επάρκειας και δυνατότητας ανταπόκρισης σε ποικίλες ακαδημαϊκές και επαγγελματικές προ(σ)κλήσεις.

Δεν μπορούν τα ελληνικά πανεπιστήμια να βγάζουν πτυχιούχους και μάλιστα με υψηλή βαθμολογία που να μην μπορούν να οργανώσουν και να αναπτύξουν επιχειρήματα ή να γράψουν συνθετικά. Ενώ δουλεύουν περισσότερο από πολλούς άγγλους φοιτητές, το σύστημα εκπαίδευσης τους προδίδει και η σύγκριση των γραπτών κειμένων τους είναι απογοητευτική. Η αλλαγή όμως προσανατολισμού της Παιδείας δεν είναι εύκολη υπόθεση και απαιτεί διαφορετική διδακτική φιλοσοφία και μακροχρόνια προεργασία. Εκεί λοιπόν όπου εντοπίζεται η αδυναμία της ελληνικής Παιδείας νομίζω ότι έγκειται το συγκριτικό πλεονέκτημα των άλλων.

πηγή

eisakteoigreu

Το ποσοστό των εισακτέων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

2 × 4 =

Print This Post Print This Post