Τι πρέπει να κάνουμε για να μην γίνουμε γκαρσόνια της Ευρώπης

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ* εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10-9-2017
Μήπως γίναμε τελικά τα γκαρσόνια της Ευρώπης;

Π​​ολλοί θα θυμούνται την απειλητική φράση πως «θα γίνουμε τα γκαρσόνια της Ευρώπης». Σε πολιτικό επίπεδο αποδίδεται στον Ανδρ. Παπανδρέου του 1981. Γενικότερα όμως, η αντίληψη «περί γκαρσονιών» χαρακτήριζε τον αντιευρωπαϊσμό και αντιδυτικισμό του κύριου όγκου της ελληνικής αριστεράς (του ΠΑΣΟΚ συμπεριλαμβανομένου) και νομιμοποιούσε μια αντιδραστική και επαρχιώτικη κουλτούρα, που εξιδανίκευε την εργασία στο χωράφι και στην οικοδομή, αντιμετωπίζοντας με καχυποψία νέες μορφές οικονομίας (ο ελληνικός κινηματογράφος του ’60 και ’70 είναι γεμάτος από τέτοια στερεότυπα).

Πέρασαν τέσσερις δεκαετίες από τότε και όποιος κοιτάξει τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από τη συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ της χώρας και σε θέσεις απασχόλησης. Στην πραγματικότητα, οι νέες θέσεις εργασίας εντοπίζονται κυρίως γύρω από τον τουρισμό και στις υπηρεσίες εστίασης. Σύμφωνα με πρόσφατη ευρωπαϊκή έκθεση στην κορυφή της λίστας με τα επαγγέλματα που έχουν ζήτηση στην Ελλάδα είναι οι μπάρμαν και οι σερβιτόροι.

Από μια άποψη, πρόκειται για ευλογία. Την ώρα που η κρίση δημόσιου χρέους κόντεψε να διαλύσει τον παραγωγικό ιστό της χώρας μας και η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 50%, η ικανότητα κάποιου τομέα της ελληνικής οικονομίας όχι μόνο να αντιστέκεται στην κρίση αλλά και να ανθεί, είναι κάτι παραπάνω από παρηγοριά.

Από την άλλη όμως, μπορεί αυτό να είναι το μέλλον που προσδοκούμε για την ελληνική οικονομία και κυρίως για τους νέους ανθρώπους; Και αν ναι, πώς γίνεται τότε ταυτόχρονα να ανθεί ο τουρισμός αλλά περίπου μισό εκατομμύριο Ελληνες τα τελευταία χρόνια να αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό;

Αναμφίβολα, ο τουρισμός είναι ένα πλεονέκτημα της χώρας μας. Ο τουρισμός όμως δεν μπορεί να αποτελεί τον βασικό μοχλό για την ανάπτυξη. Ούτε μπορεί να συνιστά την κύρια πηγή παραγωγής νέων θέσεων απασχόλησης. Αν αυτή η κατάσταση παγιωθεί, η Ελλάδα θα εξελιχθεί σε μια φτωχή χώρα και οι νέες θέσεις εργασίας θα απευθύνονται πρωτίστως σε χαμηλής μόρφωσης ανθρώπους, πολλοί εκ των οποίων θα απασχολούνται εποχιακά και θα αμείβονται με χαμηλούς μισθούς. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μορφωμένοι νέοι θα συνεχίσουν να μεταναστεύουν και η ελληνική κοινωνία θα σπαταλά πολύτιμους πόρους για να προμηθεύει ιατρούς, μηχανικούς, πληροφορικούς και κάθε λογής επιστήμονα στις πλούσιες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου. Πρόκειται για ένα απίστευτο σκάνδαλο.

Ολα τα παραπάνω είναι διαπιστώσεις γνωστές από καιρό. Το ζήτημα είναι να βρούμε τις λύσεις για να υπερβούμε αυτήν την κατάσταση. Είναι προφανές πως οι λύσεις δεν είναι μαγικές και δεν είναι μονοδιάστατες. Ας περιοριστώ σε αυτό που γνωρίζω αρκετά καλά: την ανώτατη εκπαίδευση.

Δεν πρωτοτυπώ αν πω κι εγώ με τη σειρά μου, πως η ανώτατη εκπαίδευση, πέρα από όλα τα άλλα, μπορεί να γίνει ένα σημαντικό εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και ισχυρός παραγωγός νέων, όχι κρατικοδίαιτων, θέσεων εργασίας, εφόσον όμως ξεπεράσουμε κάποια ταμπού. Δύο από αυτά είναι η θέσπιση των ιδιωτικών πανεπιστημίων και η δημιουργία ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών.

Για την ανάγκη άμεσης θέσπισης μη κρατικών πανεπιστημίων δεν χρειάζεται να μακρηγορήσω, την ώρα μάλιστα που χιλιάδες Ελληνες φοιτητές πληρώνουν αδρά για να σπουδάσουν σε ιδιωτικά πανεπιστήμια της Κύπρου ή άλλων χωρών, δημιουργώντας θέσεις απασχόλησης και πλούτο εκεί. Η δημιουργία μη κρατικών δομών στην ανώτατη εκπαίδευση θα προσθέσει πολλούς «ίππους» στη μηχανή μας. Θα φέρει επενδύσεις και θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας που αφορούν μάλιστα το πιο καλά εκπαιδευμένο κομμάτι του νεανικού πληθυσμού. Είναι απόλυτη ανάγκη να προσελκύσουμε φοιτητές από το εξωτερικό και να επαναπατριστεί ένα επιστημονικό δυναμικό που πλέον πιο εύκολα βρίσκει θέση σε σημαντικά πανεπιστήμια του εξωτερικού παρά στη χώρα μας.

Η θέσπιση μη κρατικών πανεπιστημίων δεν αρκεί. Η δημιουργία ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών είναι επίσης επιτακτική. Με απλά λόγια, κάθε πανεπιστήμιο να μπορεί να λειτουργήσει ξενόγλωσσα (αγγλόφωνα κατά βάση) προγράμματα σπουδών, τα οποία θα χρηματοδοτούνται από δίδακτρα των φοιτητών ή άλλους ιδιωτικούς πόρους (π.χ. χορηγίες). Προς αυτήν την κατεύθυνση, μια που συζητάμε για αλλαγές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας πρέπει να γίνει προαπαιτούμενο προκειμένου να εισαχθεί ένας μαθητής στο πανεπιστήμιο. Είναι εξωφρενικό στις μέρες μας, να υπάρχουν φοιτητές που να μην μπορούν να διαβάσουν ένα επιστημονικό κείμενο στα αγγλικά. Σταδιακά, ένα σημαντικό τμήμα των αποφοίτων των ελληνικών πανεπιστημίων πρέπει να προέρχεται από τα ξενόγλωσσα προγράμματά του. Τα ξενόγλωσσα προγράμματα είναι βέβαιο πως θα αποτελέσουν προωθητική δύναμη για την προσέλκυση μεγάλου αριθμού ξένων φοιτητών ενισχύοντας έτσι την εξωστρέφεια.

Οι παραπάνω ιδέες δεν είναι καινούργιες βέβαια, είναι όμως γόνιμες, μπορούν να υλοποιηθούν αμέσως και να δώσουν άμεσα αποτελέσματα. Είναι προφανές πως όσο δεν γίνονται ριζοσπαστικές αλλαγές προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης της οικονομίας της γνώσης, τότε ας αρκεστούμε στον ρόλο των γκαρσονιών της Ευρώπης.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση, μια που συζητάμε για αλλαγές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας πρέπει να γίνει προαπαιτούμενο προκειμένου να εισαχθεί ένας μαθητής στο πανεπιστήμιο. Είναι εξωφρενικό στις μέρες μας, να υπάρχουν φοιτητές που να μην μπορούν να διαβάσουν ένα επιστημονικό κείμενο στα αγγλικά.

 

© 2017, . Για την αναδημοσίευση της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η αναφορά του link προς το άρθρο του sep4u.gr

Print Friendly, PDF & Email
(Visited 64 times, 1 visits today)

Leave a Comment

5 + 18 =