Το ναυάγιο της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης

Του Νικου Μαραντζιδη*

Είναι πολύ πιθανό να έχετε ακούσει πως κάποιος νεαρής ηλικίας γνωστός σας γιατρός έφυγε από την Ελλάδα για να βρει μία θέση σε νοσοκομείο της Αγγλίας ή της Γερμανίας. Πιθανόν να έχετε ακούσει επίσης πως κάποιος Ελληνας μηχανικός βρήκε ή αναζητεί εργασία στο εξωτερικό.

Η συζήτηση έπειτα από μια τέτοια είδηση κινείται δικαίως γύρω από το ζήτημα της ανεργίας των νέων στη χώρα μας, που αγγίζει πλέον το 50%. Η ανεργία ή υποπαασχόληση των πτυχιούχων είχε παρατηρηθεί ήδη από τη δεκαετία του ’90, αλλά σήμερα παίρνει τον χαρακτήρα της μάστιγας την ίδια ώρα που η Ελλάδα παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φοιτητών σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο. Λιγότερο συχνά, αναρωτιόμαστε πόσο κρίμα είναι να σπαταλώνται οι πολύτιμοι και όχι τόσο άφθονοι πόροι των φορολογουμένων προκειμένου να διατηρήσουμε μια υπερβολικά διογκωμένη ανώτατη εκπαίδευση, ιδιαίτερα σε τομείς που είναι πολυδάπανοι στη συντήρηση και λειτουργία τους (Ιατρικές Σχολές και Πολυτεχνεία). Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες ενός παράδοξου: τα πανεπιστήμια απορροφούν τα καλύτερα και πιο φιλόδοξα νεανικά μυαλά της χώρας, αλλά δεν υπάρχουν πραγματικές θέσεις εργασίας για τους αποφοίτους τους.

Λίγοι, ίσως, αντιλαμβάνονται πως το παραπάνω γεγονός ενέχει ένα χαρακτήρα ανακατανομής πλούτου από τους φτωχούς στους πλούσιους. Η φτωχή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, Ελλάδα πληρώνει την εκπαίδευση των γιατρών, που στη συνέχεια πηγαίνουν να εργασθούν και να στελεχώσουν τα νοσοκομεία των πλούσιων ευρωπαϊκών κρατών. Τα τελευταία παρουσιάζουν έλλειψη σε επιστήμονες και χρειάζεται να κάνουν εισαγωγή από άλλες χώρες που έχουν πλεόνασμα. Γιατί όχι; Είναι προφανές πως τους κοστίζει πιο φθηνά να φέρνουν γιατρούς ή μηχανικούς από την Ελλάδα, την Πορτογαλία ή την Ινδία παρά να ξοδεύουν οι ίδιοι πολύτιμο χρήμα για να εκπαιδεύσουν περισσότερους επιστήμονες απ’ ό,τι χρειάζονται. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για είδος μεταφοράς πόρων από φτωχούς προς πλούσιους, που αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο σπάταλη και με μία έννοια αφελής είναι η λειτουργία του ελληνικού κράτους.

Η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση, όπως και άλλοι τομείς του ελληνικού κράτους, πάσχει από υπερδιόγκωση και νεοπλουτισμό. Υπερβολικός αριθμός πανεπιστημίων, σχολών και τμημάτων που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες ή τις δυνατότητες της αγοράς και τις προοπτικές των αποφοίτων. Είναι μάλιστα τέτοια η ζήτηση για πτυχία που ο ανταγωνισμός έχει μεταφερθεί πλέον στις μεταπτυχιακές σπουδές. Σε λίγα χρόνια, αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη που θα έχει τόσους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων.

Η ανεξέλεγκτη ίδρυση πανεπιστημίων και ΤΕΙ, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια, προέκυψε εξαιτίας τεσσάρων βασικών λόγων:

α) Της πιεστικής ζήτησης εκ μέρους της ελληνικής οικογένειας για πτυχία γιατί πίστευε πως μέσα από αυτά αναβαθμίζεται η θέση των παιδιών της – ιδιαίτερα οι φτωχότεροι προσδοκούσαν μια κάποια ανοδική κοινωνική κινητικότητα, προσδοκία που είχε βάση μέχρι τη δεκαετία του ’80.

β) Της τεράστιας συμμετοχής του κράτους στην οικονομία και της ζήτησης για αποφοίτους στους διαγωνισμούς του.

γ) Της γενικευμένης πεποίθησης πως το πανεπιστήμιο πρέπει να είναι προσβάσιμο σε όλους.

δ) Των πελατειακών δικτύων της κεντρικής πολιτικής εξουσίας που προσπαθούσε να δημιουργήσει πλασματική ανάπτυξη στην περιφέρεια μέσω της ίδρυσης ΑΕΙ και ΤΕΙ. Οπως χαρακτηριστικά είχε πει ένας δήμαρχος: «Κλείνουν τα στρατόπεδα, ας φέρουν τουλάχιστον μια σχολή».

Δυστυχώς το μοντέλο ανάπτυξης του ελληνικού πανεπιστημίου ναυάγησε. Το πανεπιστήμιο είναι και πολυδάπανο και συνιστά όχημα προς την ανεργία. Η τελευταία κρίση στο ελληνικό πανεπιστήμιο με επίκεντρο το ζήτημα των διοικητικών υπαλλήλων είναι απλώς ένα σύμπτωμα της ασθένειας. Δυστυχώς, όμως, η κρίση δεν φαίνεται να μας κάνει να θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα κατάματα. Είμαστε μια χώρα στην οποία η υποκρισία υπεραφθονεί και η σχέση μας με τον ορθολογισμό αποδεικνύεται χαλαρή.

Αν θέλουμε, πάντως, να είμαστε ρεαλιστές οφείλουμε άμεσα να αλλάξουμε υπόδειγμα, καθώς δεν μπορούμε να συντηρούμε ένα τόσο μεγάλο, κατακερματισμένο και πολυδάπανο πανεπιστήμιο. Πρέπει λοιπόν να διαλέξουμε: ή θα αποφασίσουμε να βάλουμε δίδακτρα στη φοίτηση ώστε οι χρήστες να καλύπτουν ένα μέρος της δαπάνης που προορίζεται για αυτούς ή θα μειώσουμε σημαντικά τον αριθμό των εισακτέων μέσα από το κλείσιμο μεγάλου αριθμού σχολών ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Δεν μπορεί να θέλουμε ταυτόχρονα εκπαίδευση για όλους χωρίς ανταπόκριση στην αγορά εργασίας και αυτό να απαιτούμε να το πληρώνουν οι φορολογούμενοι. Είναι σαν να απαιτείς να πληρώνουν οι φορολογούμενοι για την έξοδό σου το βράδυ στο σινεμά ή στην ταβέρνα. Αλλά στην Ελλάδα μπορεί και να το ακούσουμε και αυτό.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Πηγή

© 2013, . Για την αναδημοσίευση της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η αναφορά του link προς το άρθρο του sep4u.gr

Print Friendly, PDF & Email

Leave a Comment

sixteen − seven =