Πανεπιστημιακά Τμήματα χωρίς σχέδιο

Συντάκτης: Έφη Λαμπροπούλου

Κάθε δημόσια πολιτική οφείλει να είναι τεκμηριωμένη, να βασίζεται, δηλαδή, σε πραγματικές ανάγκες, στοιχεία, ανάλυση των συνεπειών και λογοδοσία. Ιδίως όταν αφορά χιλιάδες νέους και νέες και τις προσδοκίες τους για το μέλλον, όπως συμβαίνει με την Εκπαιδευτική Πολιτική και τις αποφάσεις για την Ανώτατη Εκπαίδευση, οι οποίες διαμορφώνουν τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας για χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, η Έφη Λαμπροπούλου θέτει κρίσιμα ερωτήματα για την ίδρυση αυτοτελούς προπτυχιακού Τμήματος Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, που πρέπει να απαντήσουν έγκαιρα με επιστημονικά, ακαδημαϊκά και θεσμικά κριτήρια.

Κάθε φορά που η Πολιτεία ιδρύει ένα νέο πανεπιστημιακό Τμήμα, αναλαμβάνει μια σοβαρή ευθύνη απέναντι στους νέους ανθρώπους. Δεν προσθέτει απλώς μία ακόμη μονάδα στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας. Δημιουργεί προσδοκίες, κατευθύνει εκπαιδευτικές επιλογές και επηρεάζει επαγγελματικές διαδρομές που θα συνοδεύουν τους αποφοίτους για δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, η ίδρυση ενός Τμήματος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διοικητική πράξη ή ως ακαδημαϊκή φιλοδοξία. Αποτελεί πράξη δημόσιας πολιτικής, η οποία οφείλει να στηρίζεται σε τεκμηριωμένη ανάγκη, σε σαφή στρατηγική και σε ρεαλιστική εκτίμηση των συνεπειών της.
Υπ’ αυτό το πρίσμα παρακολουθώ με ιδιαίτερο προβληματισμό την απόφαση ίδρυσης αυτοτελούς προπτυχιακού Τμήματος Εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η θέση μου ίσως εκπλήσσει ορισμένους, αφού διατυπώνεται από άνθρωπο που έχει αφιερώσει ολόκληρη την ακαδημαϊκή του πορεία στην εγκληματολογία. Ωστόσο, ακριβώς επειδή υπηρετώ την συγκεκριμένη επιστήμη επί δεκαετίες, θεωρώ υποχρέωσή μου να επισημάνω ότι η ενίσχυσή της δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ίδρυση ενός νέου Τμήματος προπτυχιακών σπουδών.
Η διαφωνία μου δεν αφορά την αξία της εγκληματολογίας. Αντίθετα, πηγάζει από τη βαθιά πεποίθηση ότι πρόκειται για ένα σημαντικό επιστημονικό πεδίο, το οποίο οφείλει να αναπτύσσεται με ακαδημαϊκά και επιστημονικά κριτήρια και όχι με αποφάσεις που δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντούν.
Το πρώτο και σημαντικότερο από αυτά τα ερωτήματα αφορά τους ίδιους τους φοιτητές. Ποια θα είναι η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων; Κάθε χρόνο χιλιάδες νέοι επιλέγουν τις σπουδές τους πιστεύοντας ότι το κράτος έχει ήδη αξιολογήσει τις επαγγελματικές δυνατότητες που αυτές προσφέρουν. Είναι εύλογο να θεωρούν ότι η ίδρυση ενός νέου Τμήματος σημαίνει πως υπάρχει συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη, αναγνωρισμένος επαγγελματικός χώρος και πραγματική ζήτηση για τους μελλοντικούς αποφοίτους. Αν αυτή η προϋπόθεση δεν ισχύει, τότε η Πολιτεία οφείλει να το δηλώνει με ειλικρίνεια.
Στην περίπτωση της εγκληματολογίας, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η εγκληματολογία αποτελεί κατεξοχήν διεπιστημονικό γνωστικό αντικείμενο. Συνδυάζει γνώσεις από την κοινωνιολογία, τη νομική, την ψυχολογία, την ψυχιατρική, την πολιτική επιστήμη και άλλους κλάδους. Η διεπιστημονική της φυσιογνωμία εξηγεί γιατί, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η εγκληματολογία αναπτύχθηκε κυρίως ως μεταπτυχιακή εξειδίκευση ή ως κατεύθυνση μέσα σε ευρύτερα προγράμματα σπουδών και όχι ως αυτόνομο προπτυχιακό αντικείμενο. Το μοντέλο αυτό επιτρέπει στους φοιτητές να αποκτούν πρώτα μια στέρεη επιστημονική βάση και στη συνέχεια να εξειδικεύονται στην ανάλυση του εγκλήματος, της ποινικής πολιτικής και των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου. Έτσι εξηγείται και το ότι οι περισσότεροι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στον χώρο της εγκληματολογίας διαθέτουν ως βασική τους ιδιότητα εκείνη του κοινωνιολόγου, του νομικού, του ψυχολόγου ή άλλης ειδικότητας και αξιοποιούν την εγκληματολογική τους κατάρτιση στο πλαίσιο της βασικής επαγγελματικής τους ταυτότητας.
Για το παραπάνω ερώτημα: που ακριβώς θα εργαστούν οι απόφοιτοι, ποιες θέσεις προβλέπονται γι’ αυτούς στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, δεν έχουν δοθεί μέχρι σήμερα σαφείς απαντήσεις.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί η εικόνα που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από την εγκληματολογία μέσα από τηλεοπτικές σειρές και τη γενικότερη μαζική κουλτούρα και η δημοτικότητα που έχει αποκτήσει. Πόσο ρεαλιστική είναι αυτή η εικόνα; Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η επιστήμη ταυτίζεται με τη συλλογή βιολογικών ιχνών, τις εργαστηριακές αναλύσεις και τη δικανική τεχνολογία. Στην πραγματικότητα, αυτά αποτελούν αντικείμενο της αστυνομικής εγκληματολογικής τεχνικής και των φυσικών επιστημών. Η εγκληματολογία, ως κοινωνική επιστήμη, ερευνά τα αίτια του εγκλήματος, την κοινωνική αντίδραση, τη λειτουργία του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, την πρόληψη, την αντεγκληματική πολιτική κ.ά.
Η σύγχυση αυτή δεν είναι αθώα. Όταν οι υποψήφιοι φοιτητές πιστεύουν ότι εγγράφονται σε ένα πρόγραμμα που θα τους οδηγήσει σε ένα επάγγελμα αντίστοιχο με εκείνο που βλέπουν στις τηλεοπτικές παραγωγές, η Πολιτεία έχει αυξημένη υποχρέωση να εξηγεί με σαφήνεια τι πραγματικά προσφέρουν οι σπουδές και ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητες που ανοίγονται μετά την αποφοίτηση.
Η συζήτηση, όμως, δεν εξαντλείται στις επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων. Αφορά και ένα δεύτερο κρίσιμο ερώτημα τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται μια επιστήμη. Ένα πανεπιστημιακό Τμήμα δεν αποτελεί την αφετηρία της επιστημονικής ανάπτυξης, αλλά την κατάληξή της. Προϋποθέτει μια ώριμη επιστημονική κοινότητα, συστηματική ερευνητική δραστηριότητα, διεθνείς συνεργασίες, επαρκείς υποδομές και, κυρίως, θεσμούς που αξιοποιούν την παραγόμενη γνώση. Συχνά προβάλλεται ότι οι νέες μορφές οργανωμένου και ηλεκτρονικού εγκλήματος απαιτούν περισσότερους εγκληματολόγους. Αναμφίβολα χρειάζεται περισσότερη εξειδικευμένη γνώση, ισχυρότερη ερευνητική δραστηριότητα και καλύτερη εκπαίδευση των επαγγελματιών που ήδη υπηρετούν στους σχετικούς θεσμούς. Δεν αποδεικνύουν, όμως, από μόνες τους ότι είναι αναγκαία η δημιουργία ενός νέου προπτυχιακού Τμήματος, ιδίως όταν στο ίδιο Πανεπιστήμιο η εγκληματολογία θεραπευόταν επί σαράντα χρόνια από τον Τομέα Εγκληματολογίας του Τμήματος Κοινωνιολογίας, ο οποίος καταργήθηκε τον Μάρτιο του 2026 με συνοπτικές διαδικασίες.
Στην Ελλάδα οι προϋποθέσεις αυτές -συστηματική ερευνητική δραστηριότητα, διεθνείς συνεργασίες, υποδομές κ.λπ.- παραμένουν περιορισμένες. Η εγκληματολογική έρευνα διεξάγεται κυρίως χάρη στις πρωτοβουλίες μεμονωμένων πανεπιστημιακών και όχι στο πλαίσιο ενός οργανωμένου εθνικού σχεδιασμού. Τα αρμόδια υπουργεία δεν διαθέτουν σταθερούς μηχανισμούς συνεργασίας με τα πανεπιστήμια, οι ερευνητικές δομές είναι ελάχιστες και η αξιοποίηση της εγκληματολογικής γνώσης στη χάραξη αντεγκληματικής πολιτικής παραμένει αποσπασματική. Η ίδρυση ενός νέου προπτυχιακού Τμήματος δεν αρκεί από μόνη της για να μεταβάλει αυτή την πραγματικότητα.
Εάν πράγματι επιθυμούμε να ενισχύσουμε την εγκληματολογία, οι προτεραιότητες θα έπρεπε να είναι διαφορετικές: ενδυνάμωση της έρευνας και χρηματοδότησή της, υποστήριξη μεταπτυχιακών προγραμμάτων υψηλού επιπέδου και ουσιαστική σύνδεση των πανεπιστημίων με τους φορείς άσκησης δημόσιας πολιτικής. Έτσι αποκτά βάθος και διεθνή παρουσία μια επιστήμη. Όχι με τη δημιουργία νέων διοικητικών δομών.
Από το σημείο αυτό και μετά, η συζήτηση δεν είναι πλέον μόνο ακαδημαϊκή. Είναι ζήτημα θεσμικής λογοδοσίας.
Πρώτη και μεγαλύτερη ευθύνη έχει το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Η Σύγκλητος δεν λειτουργεί απλώς ως διοικητικό όργανο που εγκρίνει εισηγήσεις. Είναι ο ανώτατος ακαδημαϊκός θεσμός του Ιδρύματος και έχει την ευθύνη να εξετάζει αν η ίδρυση ενός νέου Τμήματος υπηρετεί τη συνολική στρατηγική του Πανεπιστημίου, αν είναι ακαδημαϊκά βιώσιμη και αν ανταποκρίνεται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.
Στην περίπτωση του Τμήματος Εγκληματολογίας εύλογα γεννώνται ερωτήματα. Προηγήθηκε μελέτη που να τεκμηριώνει την ανάγκη ίδρυσής του; Ποια είναι αυτή που αγνοείται από μέλη του Παν/μίου με τη συγκεκριμένη ειδικότητα; Εξετάστηκαν οι επιπτώσεις που θα έχει η απόσπαση του τομέα εγκληματολογίας από το Τμήμα Κοινωνιολογίας; Τα προηγούμενα ερωτήματα δεν αποτελούν έκφραση αντίθεσης προς την εγκληματολογία· αποτελούν στοιχειώδεις προϋποθέσεις υπεύθυνης ακαδημαϊκής διακυβέρνησης.
Αντίστοιχη είναι και η ευθύνη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η αποστολή της δεν είναι να επικυρώνει τις προτάσεις των πανεπιστημίων αλλά να τις αξιολογεί ανεξάρτητα, με επιστημονικά και αντικειμενικά κριτήρια. Η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει ποια στοιχεία τεκμηρίωσαν την αναγκαιότητα του νέου Τμήματος και με ποια κριτήρια εκτιμήθηκε η βιωσιμότητά του. Η διαφάνεια δεν αποδυναμώνει τους θεσμούς· ενισχύει την αξιοπιστία τους.
Τελικός υπεύθυνος, όμως, είναι το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας. Εκείνο διαμορφώνει τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας και αποφασίζει ποιες νέες δομές θα δημιουργηθούν. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί να λαμβάνεται αποσπασματικά ούτε να βασίζεται αποκλειστικά στις επιθυμίες επιμέρους πανεπιστημιακών μονάδων. Ο σχεδιασμός της ανώτατης εκπαίδευσης οφείλει να στηρίζεται σε εθνική στρατηγική, στις ανάγκες της κοινωνίας, στις προοπτικές απασχόλησης των αποφοίτων και στη συνολική εξέλιξη της επιστήμης.
Τα τελευταία χρόνια όμως εγκρίνονται ολοένα και περισσότερα ιδιαίτερα εξειδικευμένα προπτυχιακά Τμήματα, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη που συγχωνεύονται δραστικά. Δεν πρόκειται μόνο για το Τμήμα Εγκληματολογίας, αλλά και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις, όπως το Τμήμα Σπουδών Φύλου στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Το ζήτημα δεν αφορά το επιστημονικό αντικείμενο καθ’ εαυτό. Αφορά τη λογική με βάση την οποία δημιουργούνται νέες πανεπιστημιακές μονάδες. Υπάρχει ένας συνολικός σχεδιασμός για την εξέλιξη της ανώτατης εκπαίδευσης ή μήπως, σε ορισμένες περιπτώσεις, συνυπολογίζονται και σκοπιμότητες που δεν σχετίζονται αποκλειστικά με τον ακαδημαϊκό σχεδιασμό;
Η δημόσια συζήτηση, επομένως, αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο του πανεπιστημίου. Σκοπός του δεν είναι να πολλαπλασιάζει τον αριθμό των Τμημάτων ούτε να δημιουργεί νέους τίτλους σπουδών. Σκοπός του είναι να παρέχει υψηλής ποιότητας εκπαίδευση, να παράγει γνώση και να προετοιμάζει αποφοίτους που μπορούν να ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Η ίδρυση ενός πανεπιστημιακού Τμήματος αποτελεί μία από τις σοβαρότερες αποφάσεις εκπαιδευτικής πολιτικής. Δημιουργεί προσδοκίες για χιλιάδες νέους ανθρώπους, δεσμεύει δημόσιους πόρους και διαμορφώνει τον ακαδημαϊκό χάρτη για πολλά χρόνια. Γι’ αυτό απαιτεί τεκμηρίωση, διαφάνεια και λογοδοσία.
Κι έτσι, ερχόμαστε στο σημαντικότερο ερώτημα: όταν, μετά από λίγα χρόνια, οι πρώτοι απόφοιτοι εγκληματολογίας αναζητούν εργασία και διαπιστώσουν ότι οι επαγγελματικές προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν δεν υπάρχουν, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη; Η Σύγκλητος που εισηγήθηκε το Τμήμα; Η ΕΘΑΑΕ που το αξιολόγησε; Το Υπουργείο που το ενέκρινε;
Ή μήπως, για ακόμη μία φορά, το κόστος μιας λανθασμένης δημόσιας επιλογής θα μεταφερθεί αποκλειστικά στους ίδιους τους νέους ανθρώπους;

ΥΓ Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο έχουν ήδη τεθεί επισήμως υπόψη της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων με υπόμνημα της 2ας Φεβρουαρίου 2026 και εκ νέου με συμπληρωματικό υπόμνημα της 13ης Μαΐου 2026, το οποίο κοινοποιήθηκε και στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ). Μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ανταπόκριση επί της ουσίας των ζητημάτων που τέθηκαν. Τα σχετικά υπομνήματα είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου.

πηγή : Ινστιτούτο Έρευνας Ρυθμιστικών Πολιτικών