Η νομαδική εργασία

Η εμφάνιση των έξυπνων κινητών και των αντίστοιχων «τάμπλετ» και η χρήση του με σκοπό την εργασία αποτελεί μια μείζονα εξέλιξη, μια μετεξέλιξη της παραδοσιακής τηλεργασίας. Η μείωση του κόστους των τηλεπικοινωνιών και η θεαματική βελτίωση της ταχύτητας της μετάδοσης των κάθε είδους δεδομένων, πράγμα που αποκτά όχι μόνο ποσοτική, αλλά κυρίως ποιοτική διάσταση, επιτρέπει πλέον την ευρύτατη χρήση των κινητών συσκευών και στη συνέχεια τη νομαδική εργασία.

Νομαδική εργασία είναι εκείνη στην οποία ο εργαζόμενος, απασχολούμενος χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά κινητά συστήματα επικοινωνίας, συνδεδεμένα με την επιχείρηση-εργοδότη του, είναι αυτός ο ίδιος που επιλέγει τον τόπο απασχόλησής του. Εργάζεται επίσης οποτεδήποτε του ζητηθεί ή όταν είναι προγραμματισμένο.

Εκείνο όμως που διακρίνει τη νομαδική εργασία από την παραδοσιακή τηλεργασία είναι ότι τα προβλήματα που εμφανίζει η τελευταία, προκύπτουν με ιδιαίτερη ένταση. Η εργασία δεν γνωρίζει πλέον χρονικό και τοπικό περιορισμό, καθώς πρακτικά μπορεί να παρέχεται σε οποιοδήποτε τόπο και σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Με άλλα λόγια διασπάται ο παραδοσιακός τόπος και ο παραδοσιακός χρόνος εργασίας.

Η νομαδική εργασία αφορά βεβαίως κάποια διευθυντικά στελέχη, αλλά αφορά και μια μεγάλη ομάδα κοινών εργαζομένων, οι οποίοι χρήζουν προστασίας, ώστε δεν θα ήταν δυνατόν να εμπιστευθεί κανείς τη διαπραγματευτική ελευθερία τους. Ασφαλώς μια τέτοια μορφή οργάνωσης της εργασίας εμφανίζεται σε πρώτη ανάγνωση ως μείζων αυτονομία, αφού θεωρητικά επιτρέπει καλύτερο συνδυασμό επαγγελματικής ζωής και προσωπικών επιθυμιών. Ο τόπος εργασίας μάλιστα οριακά ταυτίζεται με τόπο διακοπών: Απεγκλωβισμένος ο μισθωτός από συγκεκριμένο τόπο εργασίας, εργαζόμενος με τα κινητά ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, τα οποία του επιτρέπουν την άμεση μεταβίβαση πληροφοριών και δεδομένων, μπορεί θεωρητικά να ταξιδεύει και να αλλάζει τόπο εγκατάστασης, χωρίς αυτό να επηρεάζει την εκπλήρωση των επαγγελματικών του υποχρεώσεων.

Έτσι με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και κυρίως με βάση τη διαπίστωση ότι ο εργαζόμενος απασχολείται με συνθήκες ευρύτερης αυτονομίας ως προς την εκτέλεση της εργασίας, προκύπτει το ερώτημα εάν αυτός βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης και αν πρέπει να εφαρμοσθούν σε αυτόν οι προστατευτικές διατάξεις του εργατικού δικαίου.

Επίσης προκύπτει σοβαρό ερώτημα ως προς τη μέτρηση του χρόνου εργασίας, δεδομένου ότι ο εργαζόμενος δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένο χώρο στη διάθεση και υπό την άμεση εποπτεία του εργοδότη. Τελικά, εν προκειμένω προκύπτουν μορφές εργασίας στις οποίες μείζονα ρόλο δεν επιτελεί τόσο ο χρόνος απασχόλησης, όσο το αποτέλεσμα της εργασίας, πράγμα που διαφοροποιεί τα γνωστά συστήματα αμοιβής των μισθωτών, τα οποία στηρίζονται ακριβώς στον χρόνο απασχόλησης σε ένα δεδομένο τόπο που βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη.

Το μείζον όμως ζήτημα που προκύπτει στη νομαδική εργασία είναι η διείσδυση του επαγγελματικού βίου στον ιδιωτικό. Ο εργαζόμενος πολύ συχνά δεν γνωρίζει πότε ακριβώς θα εργασθεί. Εργάζεται όταν ζητηθεί από την επιχείρηση, ακόμη και σε ώρα που μπορεί να μην είναι εκ των προτέρων γνωστή. Με άλλα λόγια μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή διαθεσιμότητα, δηλαδή σε εγρήγορση ακόμη και αν δεν εκπληρώνει μια συγκεκριμένη εργασιακή υποχρέωση. Είναι προφανές ότι διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, ενώ η συνεχής χρήση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποτελεί παράγοντα στρες, το οποίο ασφαλώς αποτελεί τη μείζονα σήμερα απειλή για τη υγεία των εργαζομένων. Έτσι, το διακύβευμα είναι όχι μόνο η ελευθερία του ιδιωτικού βίου, αλλά και η ψυχική υγεία του μισθωτού.

Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί, πάντως, ένα δικαίωμα που δειλά-δειλά αναγνωρίζεται, με σκοπό την εξασφάλιση της ηρεμίας του εργαζομένου, δηλαδή το δικαίωμά του να αποσυνδέεται από το κινητό του τηλέφωνο όταν αποχωρεί από την εργασία. μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή διαθεσιμότητα, δηλαδή σε εγρήγορση ακόμη και αν δεν εκπληρώνει μια συγκεκριμένη εργασιακή υποχρέωση

Τέλος, λόγω ακριβώς της διάσπασης του παραδοσιακού τόπου και χρόνου εργασίας, εξαϋλώνεται και η κοινωνικότητα της εργασίας. Όπως και σε κάθε μορφή τηλεργασίας, ο κοινός τόπος εργασίας, στοιχείο επαφής των «συναδέλφων», δεν αποτελεί πλέον κοινό σημείο αναφοράς και εν τέλει συνεννόησης και γιατί όχι διεκδίκησης. Νέες μορφές επικοινωνίας πρέπει να εφευρεθούν απέναντι στην απομόνωση και στο ατομισμό.

(*) Ο Κώστας Δ. Παπαδημητρίου είναι ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠ

Πηγή